εφόριος

ἐφόριος, -ία, -ον (Α)
1. αυτός που γειτονεύει, που συνορεύει
2. αυτός που γίνεται στα όρια, στα σύνορα («αγορά εφόριος» — αγορά που γίνεται στα σύνορα, όπου οι λαοί τών γειτονικών επικρατειών συγκεντρώνονταν για αγοραπωλησίες ή για άλλο σκοπό, Επιγρ.)
3. παραμεθόριος
4. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τά ἐφόρια
τα σύνορα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὅριον (< ὅρος «σύνορο»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφορίων — ἐφόριος bordering on fem gen pl ἐφόριος bordering on masc/neut gen pl ἐφοράω oversee pres part act masc nom sg (epic doric ionic) ἐποράω pres part act masc nom sg (doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφορίους — ἐφόριος bordering on masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόριοι — ἐφόριος bordering on masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφορία — ἐφορίᾱ , ἐφόριος bordering on fem nom/voc/acc dual ἐφορίᾱ , ἐφόριος bordering on fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφορίας — ἐφορίᾱς , ἐφόριος bordering on fem acc pl ἐφορίᾱς , ἐφόριος bordering on fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφορία — (I) η βλ. εφορεία. (II) εφορία, η (Α) 1. όριο, σύνορο 2. (κατά τον γραμματικό Αρποκρατίωνα) «ἡ ἐπὶ τῶν ὅρων γινομένη προαγόρευσις, ὡς Δημοσθένης διδάσκει ἐν τῷ κατ Ἀριστοκράτους». [ΕΤΥΜΟΛ. εφορία (ενν. αγορά), θηλ. τού επιθ. εφόριος* (< επί +… …   Dictionary of Greek

  • ἐφορίαν — ἐφορίᾱν , ἐφόριος bordering on fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.